Η αξιολόγηση αλά νεολιμπεράλ: απάτες, σπέκουλες και εκβιασμοί

“Υπάρχουν δυο υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ και

οι εταιρείες πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Πιστέψτε με, δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο,

ποια από τις δυο διαθέτει τη μεγαλύτερη ισχύ.”

Thomas Friedman, 1996

Κάτι δεν πάει καλά

Μέχρι και λίγο πριν καταρρεύσει η αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ και εκδηλωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, οι Moody’s Investors Service, Fitch Ratings και Standard & Poor’s βαθμολογούσαν με ΑΑΑ, ως εξαιρετικά αξιόπιστα και συνεπώς με ελάχιστο κίνδυνο αποπληρωμής, τα τοξικά στεγαστικά δάνεια που παρείχαν αμερικανικές τράπεζες. Επενδυτές αγόραζαν τα συγκεκριμένα πακέτα ασταθών προϊόντων ABS-CDO (προϊόντα τιτλοποιημένων απαιτήσεων έναντι χορηγούμενων δανείων), θεωρώντας πως δεν υπάρχει ρίσκο, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία της «φούσκας  κατοικίας». Η Enron, η Lehman Brothers, η Ασπίς Πρόνοια, ακόμα και η Ισλανδία είχαν αναβαθμιστεί με καλό βαθμό λίγο πριν καταρρεύσουν. Παράλληλα, η Moody’s έχει κατηγορηθεί για εκβιασμό εταιρειών οι οποίες αρνήθηκαν να αξιολογηθούν, συνεπώς υποβαθμίστηκαν και έχασαν εκατομμύρια δολάρια (περίπτωση Hannover Re). Η ίδια εταιρεία, απολύει στελέχη της που στέκονται κριτικά απέναντι στην αξιολόγησή της και ανταμείβει όσους συμφωνούν με τις θετικές εκθέσεις της για τα επισφαλή ομόλογα (αποδεικτικό χρέους).

Λίγη ιστορία

Αρχικά, οι τρεις κύριοι οίκοι αξιολόγησης είχαν κριθεί απαραίτητοι για να βαθμολογούν το ρίσκο επιχειρηματικών ομολόγων. Τη δεκαετία του ’30, εν μέσω κραχ και new deal, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δημιούργησε τη Fannie Mae (Εθνική Ένωση Υποθηκών) με σκοπό ν’ αγοράζει στεγαστικά δάνεια από τράπεζες, κάτι που οδήγησε σε αυξημένη ρευστότητα, στην άνθιση της κατασκευαστικής βιομηχανίας και συνακόλουθα όλο και περισσότεροι Αμερικανοί μπόρεσαν να ακολουθήσουν το «american dream» αποκτώντας σπίτι. Οι υποθήκες ως εγγύηση αποπληρωμής πολλαπλασιάστηκαν και μετατράπηκαν σε ανταλλάξιμο αγαθό, οπότε αναγκαία υπήρξε η επέκταση του ελέγχου της επισφάλειας των συγκεκριμένων προϊόντων. Έτσι, οι μόνες αποδεκτές αξιολογήσεις αποφασίστηκε να είναι των τεσσάρων αναγνωρισμένων οίκων (Η Standar’s and Poor’s ήταν τότε δυο διαφορετικές εταιρείες), οδηγώντας στη δημιουργία ενός πανίσχυρου καρτέλ που δεν αποκαλύπτει τη μεθοδολογία του και δεν υπόκειται σε ουσιαστικό δημόσιο ή κυβερνητικό έλεγχο. Σήμερα, η Moody’s και η S&Ρ ελέγχουν το 40% της αγοράς και η Fitch το 14%. Την αγορά συμπληρώνουν περί τις 150 εταιρίες αξιολόγησης σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά μόνο οι προαναφερθείσες τρεις παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο.

Τρομακτικές συνέπειες, απόρροια ενός συστήματος

Στα πλαίσια ενός ακραίου καπιταλιστικού συστήματος και δη νεοφιλελεύθερου, όπου η σημασία της χρηματιστηριακής οικονομίας είναι πρωτεύουσα και η επιρροή του τραπεζικού συμπλέγματος έχει διογκωθεί, τα κράτη και οι εταιρείες βασίζουν, σε μεγάλο βαθμό, τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους σε δανεικά κεφάλαια. Τα εκδιδόμενα ομόλογα, η ομολογία δηλαδή χρέους του δανειζόμενου προς το δανειστή, βαθμολογούνται υποχρεωτικά από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης την ίδια στιγμή που αυτή η βαθμολογία κρίνει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα ενός κράτους ή μιας εταιρείας να επαναδανειστεί ή όχι και εν τέλει να επιβιώσει. Πολύ απλά, η άριστη αξιολόγηση επιτρέπει λόγου χάρη σ’ ένα κράτος να έχει πρόσβαση σε δανεικά κεφάλαια με χαμηλό κόστος, άσχετα από τη πραγματική οικονομική του κατάσταση. Αντιθέτως, μια ακραία αρνητική βαθμολογία κλείνει τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης και οδηγεί το κράτος στη χρεοκοπία. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως οι εταιρείες πιστοληπτικής αξιολόγησης έχουν τη δυνατότητα να παίξουν το θεό, εξαρτώντας τις μοίρες ολόκληρων χωρών από μια απλή «άποψη». Παράλληλα μπορούμε να φανταστούμε πως οι ίδιες, συνεργαζόμενες με τράπεζες επενδύσεων, μπορούν να καταρρακώσουν την εικόνα μιας εθνικής οικονομίας, διασφαλίζοντας έτσι ανυπολόγιστα κέρδη στους κατόχους CDS (τιτλοποιημένα προϊόντα κατά της επισφάλειας των υποχρεώσεων του δανειζόμενου), οι οποίοι και επενδύουν στην αρνητική πορεία της εν λόγω οικονομίας. Ακόμα πιο τρομακτική γίνεται η δράση τους όταν γνωρίζουμε πως οι συγκεκριμένοι οίκοι έχουν εμπλακεί σε μια σειρά σκανδάλων στο πλαίσιο μια ιδιότυπης χρηματιστηριακής αγοράς χρέους.

Επί του πρακτέου, κατά τη διάρκεια του 2007 και όσο η αγορά κατοικίας των ΗΠΑ κατέρρεε, η Moody’s συνεργάστηκε με τη Goldman Sachs με τον εξής τρόπο. Ο οίκος βαθμολόγησε με άριστα επισφαλή ομόλογα από στεγαστικά δάνεια που είχαν τιτλοποιηθεί από την Goldman, τα οποία με τη σειρά τους πουλήθηκαν σε επενδυτικά και ασφαλιστικά ταμεία σε εταιρίες και ιδιώτες, μεταφέροντας το ρίσκο από την επερχόμενη κατάρρευση της αξίας τους σε ανυποψίαστους επενδυτές. Την ίδια στιγμή, έχοντας εσωτερική πληροφόρηση για την πραγματική (τοξική) ποιότητα των συγκεκριμένων ομολόγων, πόνταραν στην πτώση της αξίας τους κερδίζοντας σε διπλό ταμπλό δισεκατομμύρια. Άκρως επισφαλής γίνεται ολοένα και περισσότερο και η κατάσταση της Ελλάδας, τη στιγμή που οι μεγαλομέτοχοι των εταιριών πιστοληπτικής αξιολόγησης οι οποίοι συνεχίζουν να υποβαθμίζουν τα ελληνικά ομόλογα, είναι ταυτόχρονα και από τους μεγαλύτερους διεθνείς επενδυτές που πρωταγωνίστησαν στη πρόκληση της τραπεζικής κρίσης.

Όταν στη κορυφή των προτεραιοτήτων της χρηματιστηριακής οικονομίας βρίσκεται το κυγήγι του βραχυπρόθεσμου κέρδους, είναι επόμενο πως τέτοιες εταιρείες δεν ξεφεύγουν από την ιεροποίηση της απληστίας, την ανακήρυξη σε αξία της ιδιοτέλειας, την ενθρόνιση του ατομικισμού, την επιδίωξη της ποσότητας εις βάρος της ποιότητας, που αναγγέλθηκαν με την έλευση του οικονομικού νεοφιλευλεθερισμού και της πλήρης απελευθέρωσης της αγοράς. Η λειτουργία τους βέβαια αποκαλύπτει πως ακόμα και οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ δεν μπορούν ούτε καν να τηρήσουν τις βασικές αρχές του συστήματος που στηρίζουν. Η έλλειψη ανταγωνισμού μεταξύ των οίκων αξιολόγησης είναι νομικά κατοχυρωμένη ενώ δεν μπορεί να θεωρείται ελεύθερη μια αγορά όταν ανεξέλεγκτοι επιχειρηματικοί παράγοντες μπορούν να σκηνοθετήσουν και να στοιχηματίσουν κυριολεκτικά στη κατάρρευση μιας ολόκληρης οικονομίας. Ενώ θα έπρεπε να διαθέτουν την εξουσία που κατέχουν στην εξυπηρέτηση του κοινού καλού και του γενικού συμφέροντος, δεδομένης της θέσης τους σαν όργανο παγκόσμιου ελέγχου σημαντικού κομματιού της αγοράς, έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

Δυσαρέσκειες της πολιτικής ελίτ

Μπροστά στο απροκάλυπτο θράσος των οίκων αξιολόγησης, οι πολιτικές ελίτ των δυο πλευρών του ατλαντικού είχαν αρχίσει να ανησυχούν ήδη από το 2007. Τελευταία και με τις πρόσφατες υποβαθμίσεις της Ελλάδας, της Ισπανία και της Πορτογαλίας, οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ εντείνουν τις προσπάθειές τους να ελέγξουν και να περιορίσουν το ρόλο των οίκων, ενώ στις ΗΠΑ ανάλογες απόπειρες πραγματοποιήθηκαν πέρυσι. Τόσα χρόνια οι ίδιες ελίτ που ανέθρεψαν και ενίσχυαν τις συγκεκριμένες εταιρείες στα πλαίσια μιας ανεξέλεγκτης αγοράς, τώρα αντιλαμβάνονται πως ανά πάσα στιγμή οι οικονομίες των χωρών της ευρωζώνης μπορεί να καταλήξουν θύματα καθαρού τζόγου. Έτσι η Κομισιόν εξετάζει το ενδεχόμενο να καταστήσει νομικά υπεύθυνους τους οίκους, σε περίπτωση που μια υποβάθμιση αποδειχθεί λανθασμένη ή ακόμα και να δημιουργηθεί ευρωπαϊκή εταιρείας αξιολόγησης. Ακριβώς μετά τη σχετική ανακοίνωση, η Moody’s θέλοντας να δείξει ποιος κάνει κουμάντο στη τελική, απείλησε με νέες υποβαθμίσεις και με διακοπή της αξιολόγησης ορισμένων χωρών.

Ζητήματα εννοιών

Αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία πολλών από εμάς να κατανοήσουν πλήρως τι αποτελεί το κάθε χρηματιστηριακό προϊόν. Ωστόσο θεωρούμε ότι για να αντιληφθούμε ολοκληρωμένα το οικονομικό σύστημα στο οποίο ζούμε και τις πολιτικές συνέπειες που προκύπτουν από το συγκεκριμένο μοντέλο θα πρέπει οι έννοιες να γίνουν ξεκάθαρες. Ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Τα CDO και CDS που ακούμε συχνά, είναι πιστωτικά παράγωγα. Πιστωτικό παράγωγο είναι το χρηματιστηριακό εργαλείο του οποίου τα κέρδη συνδέονται με κάποιο τρόπο με τη μεταβολή της πιστοληπτικής ικανότητας ενός ή περισσοτέρων εκδοτών (πιστοληπτών). Αυτό χωρίζεται σε δυο κατηγορίες: τα CDO (collateralized debt obligations) και τα CDS (credit default swaps). Τα CDO είναι μια «δεξαμενή» από δανειακές συμβάσεις που μεταβιβάζονται σε μια νομική οντότητα ειδικού σκοπού (special purpose entity – SPE), η οποία στη συνέχεια εκδίδει τίτλους με διαφορετική προτεραιότητα αποζημίωσης σε περίπτωση δυσκολίας τήρησης των υποχρεώσεων δανεισμού. Τα CDS είναι ιδιωτικές συμβάσεις, ένα είδος ασφαλιστηρίου συμβολαίου για τα δάνεια. Αν η πιστολήπτρια εταιρεία δεν μπορέσει να κάνει κανονικά τις πληρωμές της, η πιστώτρια τράπεζα θα χάσει χρήματα από το δάνειο, αλλά θα κερδίσει από το CDS. Ας σημειωθεί εδώ πως το 80% της παγκόσμιας αγοράς CDS ελέγχεται από την Deutsche Bank (πρωθιέρεια της εκστρατείας απαξίωσης της ελληνικής οικονομίας), την Goldman Sachs (συνεργός της κυβέρνησης Σημίτη στην παραποίηση των πραγματικών στοιχείων του χρέους και του ελλείματος) και την J.P.Morgan. Τα CDS είναι από τα πιο επικίνδυνα προϊόντα καθώς ο επενδυτής που αγοράζει το ασφαλιστήριο συμβολαίου και παράλληλα δεν κατέχει ομόλογο («naked» CDS) είναι σαν να ασφαλίζεται για να προστατευτεί από μια καταστροφή που δεν τον αφορά και από την οποία αν συμβεί θα κερδίσει.

Κατ΄ αναλογία όσοι έχουν αγοράσει CDS που ασφαλίζουν τον κίνδυνο χρεοκοπίας της Ελλάδας, έχουν κάθε λόγο να συντηρούν το σενάριο της χρεοκοπίας για να ανεβαίνει η τιμή των CDS που κατέχουν και να τα πουλήσουν με τεράστιο κέρδος εις βάρος ενός ολόκληρου λαού, αδιαφορώντας για την υπερχρέωση της χώρας του και τη δραματική υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s