Η χρηματοπιστωτική κρίση


Την τελευταία διετία, οι πολιτικές της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, γνωρίζουν μια πρωτοφανή σε ένταση κρίση. Από τη δεκαετία του 90’ και έπειτα οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις με κύριους εκφραστές τους, το Ρέιγκαν και τη Θάτσερ επέλεξαν τον εξοβελισμό της παραγωγής, στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Με τον τρόπο αυτό, αφενός θα εξασφάλιζαν φθηνό εργατικό δυναμικό για την ανάπτυξη των επιχειρηματικών τους ενεργειών και από την άλλη διατηρώντας στα ίδια μισθολογικά επίπεδα τη Δύση, θα αυξάνονταν ο μέσος όρος ευημερίας. Πολύ απλά, η φθηνή μαζική και αντιοικολογική κατανάλωση θα επέτρεπε στη μεσαία τάξη της Δύσης, να απολαμβάνει μεγαλύτερο αριθμό πολυτελών αγαθών, παρά το γεγονός πως οι μισθοί τους θα παρέμεναν σε επίπεδα όμοια με αυτά της δεκαετίας του 70’.

Στην Ελλάδα η  νεοφιλελεύθερη πολιτική ατζέντα, της δεκαετίας του 90’ περιελάμβανε, την απομάκρυνση του παραγωγικού ιστού από τη μια στα Βαλκάνια και από την άλλη, την συγκεκαλυμμένη στήριξη στη μαύρη εργασία που προσέφεραν οι οικονομικοί μετανάστες και προκαλούσε την άμεση εισοδηματική επαύξηση των Ελληνικών μεσαίων στρωμάτων. Έτσι ο παραγωγικός ιστός, θα αναπτυχθεί παρασιτικά στα Βαλκάνια, εξασφαλίζοντας από εκεί τη φθηνή παραγωγική εργασία. Η αφαίμαξη των μεταναστών τόσο στην αγροτική παραγωγή, όσο και στις τουριστικές επιχειρήσεις προκάλεσε την εισοδηματική ανάπτυξη της Ελληνικής μεσαίας τάξης βιώνοντας ωστόσο ένα επίπλαστο «Αμερικάνικο όνειρο». Τα φθηνά, προϊόντα της Βαλκανικής αγοράζονταν εύκολα από την ελληνική κοινωνία την ίδια στιγμή που η εξάρτηση της χώρας από τις ξένες εισαγωγές αναπτύσσονταν διαρκώς.

Η αναπτυξιακή πορεία όμως ανακόπηκε σταδιακά από το 96-97 και έτσι η Ναυτιλία και ο Τουρισμός έμειναν ως βασικοί οικονομικοί πυλώνες μιας παρασιτικής οικονομίας, την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα, αναπτύσσονταν και γιγαντώνονταν οι υπηρεσίες. Μέρος τις εξέλιξης αυτής ήταν και η ανάπτυξη του ντόπιου τραπεζικού συστήματος, χωρίς όμως τα επενδυτικά κεφάλαια των ντόπιων τραπεζών να επενδύονται με την ίδια ένταση στις διεθνής χρηματαγορές, έχοντας ως  στήριξή τους τις πελατειακές καταθέσεις.

Στην Αμερική ο εξοβελισμός της παραγωγής, οδήγησε τις Αμερικανικές αστικές και επενδυτικές ελίτ να στραφούν, στην ανάπτυξη της οικοδομής, ως βασική επενδυτική προτεραιότητα στο εσωτερικό της. Το αμερικάνικο όνειρο πλέον περιελάμβανε ένα πολυτελές σπίτι. Σε αυτή την εξέλιξη προνομιακός υπήρξε ο ρόλος των τραπεζών, οι οποίες δάνειζαν πακτωλό χρημάτων, με εγγύηση, το υπό- αγορά σπίτι( ενυπόθηκο δάνειο). Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα, λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης  που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και η διαρκώς αυξανόμενη τιμή του πετρελαίου, να οδηγήσουν τους Αμερικάνους σε αδυναμία αποπληρωμής των δανείων, με συνακόλουθο νέο δανεισμό. Η αδυναμία αποπληρωμής όμως των δανείων αυτών, είχε ως αποτέλεσμα την έξωση από τα σπίτια μεγάλων αριθμών πολιτών κάνοντας πλέον τις πολυδιαφημισμένες πολιτείες, περιοχές με σταδιακά αυξανόμενο αριθμό παραγκών (Tent Cities ).

H εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα το περιορισμό χρηματικής κυκλοφορίας και ως εκ τούτου να προκληθεί μια πρωτοφανής σε ένταση και έκταση κρίση στη παγκόσμια μεταφορά κεφαλαίων. Η 15η Σεπτέμβρη με τη κατακόρυφη πτώση της Wall Street αποτέλεσε την ημερομηνία ορόσημο για τη διαφαινόμενη γενικευμένη κρίση. Σε αυτό το στάδιο ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε πως η κρίση έπληττε κυρίως τις επενδυτικές ελίτ των διεθνών χρηματαγορών και όχι τόσο τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η διακίνηση κεφαλαίων έπληξε, τους κολοσσιαίους επενδυτικούς ομίλους, όπως τη Lehman Brothers ή τη Freddie Marc καθώς, ο ελεύθερος τζόγος στο καθεστώς της ελεύθερης χρηματοπιστωτικής αγοράς, έχει εκτός από τεράστια κέρδη και τεράστια ρίσκα. Ακολούθησε έπειτα η πτώση του Ευρωπαϊκών Χρηματιστηρίων, με θιγμένες τις επενδυτικές ελίτ της Ευρώπης που έβλεπαν τα κέρδη τους να περιορίζονται.

Στην εξέλιξη αυτή, οι δυτικές κυβερνήσεις πιστές στο έργο τους, στην υπηρέτηση των συμφερόντων των ελίτ, εφάρμοσαν ένα σχέδιο σωτηρίας του διεθνούς τραπεζικού συστήματος. Αρχικά το σχέδιο Πώλσον  περιελάμβανε, την απόδοση 700 δις δολαρίων για την αποπληρωμή των «τοξικών» δανείων και την διακίνηση χρήματος. Από την άλλη, ο Μπράουν αντιγράφοντας το σχέδιο σωτηρίας της Σουηδίας, που εφάρμοσε τη δεκαετία 90’, πρότεινε την εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων και τη συνακόλουθη κρατικοποίησή τους σε περίπτωση πτώχευσης ή πώλησης μετοχικών κεφαλαίων λόγω αδυναμιών. Η πολιτική αυτή τόσο της Αμερικανικής Κεντρική Τράπεζας (FED) όσο και των Ευρωπαίων ηγετών έγινε με γνώμονα τη στήριξη των κερδοφόρων μηχανισμών των «ατλαντικών» οικονομικών ελίτ.

Στην Ελλάδα, οι κατακόρυφες πτώσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών, είχαν ως αποτέλεσμα, το σύνολο των ντόπιων ελίτ να βιώσουν για πρώτη φορά μια γενικευμένη συρρίκνωση, των υπέρογκων κερδών τους. Έτσι, μεγαλοεπενδυτές, manager, μεγαλοδημοσιαγράφοι και τα περίφημα πλέον golden boys άρχισαν να βιώνουν την απειλή από τα διάφορα ξένα κεφάλαια που απομακρύνονταν από το Ελληνικό χρηματιστήριο. Οι δυσφορία τους, προκάλεσε την άμεση πολιτική στήριξης τους, χαρακτηριστικό του ελληνικού κράτους, να προασπίζει τα συμφέροντα των ελίτ, έναντι οποιοσδήποτε άλλου. Η απόδοση 28 δις ευρώ στις ελληνικές τράπεζες κρίθηκε αναγκαία, άσχετα από το γεγονός ότι το κόστος θα το επωμιστεί για ακόμα μια φορά το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.

Στην αβεβαιότητα αυτή ωστόσο, γεννιέται ένα τεράστιο κύμα, ανταγωνισμού μεταξύ των ντόπιων ελίτ, με χαρακτηριστική τη πρωτοβουλία της MARFIN BANK να δηλώσει πως δεν θα χρειαστεί μέρος από τα 28 δις, εκβιάζοντας τους τραπεζικούς ομίλους να δηλώσουν τις προθέσεις τους, γνωρίζοντας πως με τον τρόπο αυτό θα πετύχει την συρρίκνωση των μετοχικών κεφαλαίων των αδύναμων ή υπό κρίση τραπεζών και θα εξασφαλίσει την εξαγορά τους.

Σε αυτή τη συγκυρία, με καθυστέρηση οι οικονομικές ελίτ, κατάλαβαν την ένταση της κρίσης. Η κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου, από 144$ το βαρέλι σε 66$, μολονότι ο ΟΠΕΚ αποφάσισε τη μείωση της παραγωγής, θεωρήθηκε πως θα προκαλούσε την συνακόλουθη αύξηση της τιμής του. Η πραγματικότητα έκδηλη. Οι εκτιμήσεις για τους παγκόσμιους ρυθμούς ανάπτυξης άλλάξαν άμεσα, φανερώνοντας την αδυναμία των υπερεθνικών οργανισμών να παρέμβουν στην προοπτική αυτή.  Ο ρυθμός κατανάλωσης πέφτει. Η παγκόσμια μεταφορά και κατανάλωση αγαθών, περιορίζεται. Η ύφεση εφορμά, στην πραγματική οικονομία. Τα πρώτα σημάδια γίνονται εμφανή. Οι απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων στην Αμερική κυρίως στην αυτοκινητοβιομηχανία και στο χρηματοπιστωτικό κλάδο, εκτινάσσουν τα ύψη της ανεργίας. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για 40.000.000 ανέργους, στο δυτικό κόσμο ως το 2011. Η ανασφάλεια κυριεύει τα μεσαία στρώματα ενώ η εξαχρείωση των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων επεκτείνεται.

Στην Ελλάδα μείωση των ρυθμών της παραγωγής, δεν μπορεί να προκαλέσει αντίστοιχα φαινόμενα. Το κλείσιμο εργοστασίων όπως της Βιαμύλ ή τη SIEMENS έχει αποφασισθεί καιρό πριν, ενώ οι κυβερνητικές ελίτ καμία πρωτοβουλία δεν πήραν ώστε να αποφευχθεί αυτή η επιλογή. Στη πραγματικότητα όμως, η παρακμή της ελληνικής οικονομίας θα επεκταθεί, όταν η κρίση μεταφερθεί στη Βαλκανική, εξέλιξη καθ’ όλου μακρινή από τη στιγμή, που η ανάπτυξή της βασίσθηκε κυρίως στα Αμερικάνικα κεφάλαια. Επιπλέον, η γενικευμένη κρίση, σε όλο τον κόσμο, θα περιορίσει τα οικονομικά κεκτημένα του αναπτυγμένου τουρισμού, ενώ ο παγκόσμιος χαρακτήρας της κρίσης θα έχει ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση των μεγεθών της ελληνικής ναυτιλίας. Υπ’ αυτήν την έννοια, η επίπλαστη ευημερία των τελευταίων ετών, ολοκληρώνεται, για να δώσει στη θέση της, σε μια εργασιακή μισθολογική και συνταξιοδοτική αβεβαιότητα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και γενικότερα στο Δυτικό κόσμο.

Αρκετοί θεωρούν πως τα μεγέθη της κρίσης, είναι κοντινά με εκείνα του Κραχ του 1929. Δεν είναι λίγες οι εκτιμήσεις εκείνων, που πιστεύουν πως η χαμένη πολεμική βιομηχανία ή ένας πόλεμος, είναι το απαραίτητο ιστορικό εργαλείο στην ανάγκη άμεσης ανασυγκρότησης των κρατικών οικονομιών. Από την άλλη ο περιορισμός των θέσεων εργασίας, θα προκαλέσει εκ νέου σημάδια ρατσιστική αντιμετώπισης και βίας, όταν οι οικονομικοί μετανάστες, θα αποτελούν τον αποδιοπομπαίο τράγο, της οικονομικής συρρίκνωσης των μεσοστρωμμάτων. Και αν σήμερα η έξοδος προς την «αγοραία» αριστερά, (Κέϋνς) φαντάζει κυρίαρχη στους κύκλους των οργανικών διανοούμενων, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως η ακροδεξιά ρητορική ενδέχεται να πείσει και να ηγεμονεύσει. Για εμάς, η συγκρότηση ενός αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος ουσίας αποτελεί τη βασική προτεραιότητα. Που θα αμφισβητεί την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, διεκδικώντας τη χειραφέτηση από τα πραγματικά αίτια της κρίσης και που θα οδηγεί σε έναν κόσμο ευνοϊκό για όλα τα τμήματα της κοινωνίας, βασισμένο στην εμπορική και κοινωνική αλληλεγγύη, όμοια με εκείνη που εφάρμοσαν τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s